Δεν υπάρχει κάποιος που να μην γνωρίζει «Just Do It» της Nike, ένα από τα πιο διάσημα κι επιδραστικά σλόγκαν όλων των εποχών που είναι συνυφασμένο με την ίδια την εταιρεία αθλητικών ειδών.
Ωστόσο, ελάχιστοι είναι εκείνοι που γνωρίζουν πως πίσω από το συγκεκριμένο σλόγκαν της γνωστής φίρμας, κρύβεται η τραγική ιστορία ενός θανατοποινίτη και πως το περίφημο «Just Do It» είναι στην πραγματικότητα τα τελευταία λόγια του πριν την εκτέλεσή του.
Ο λόγος για τον Gary Gilmore, ο οποίος φυλακίστηκε το 1976, αφού λήστεψε και σκότωσε έναν υπάλληλο βενζινάδικου και στη συνέχεια έναν εργαζόμενο σε μοτέλ, σύμφωνα με τα αρχεία του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ.
Μάλιστα, δεν συνελήφθη αμέσως από τις αρχές. Για την ακρίβεια, τον κατέδωσε η ξαδέρφη του, Brenda, στην οποία κατέφυγε για ιατρική βοήθεια αφού αυτοπυροβολήθηκε στο χέρι, μετά τις δολοφονίες. Ο Gilmore καταδικάστηκε σε θάνατο τον Οκτώβριο και στάλθηκε στην πολιτειακή φυλακή της Γιούτα, την ίδια χρονιά. Λίγο πριν οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα, τον ρώτησαν αν ήθελε να πει κάτι τελευταία και τότε εκείνος επέλεξε τα τελευταία του εν ζωή λόγια να είναι το «Just Do It» που σημαίνει «Ας το κάνουμε».
Αυτές οι τρεις λέξεις ενέπνευσαν τον διευθυντή διαφήμισης Dan Wieden, για να κάνει το σημερινό σλόγκαν της Nike. Στην αρχή, θυμάται, η εταιρεία αθλητικών ειδών μίσησε την ιδέα, αλλά τελικά κατάφερε να τους πείσει. τους κέρδισε. Ο Davide Grasso, αντιπρόεδρος του παγκόσμιου μάρκετινγκ επωνυμίας στη Nike, είπε στο Creative Review το 2011: «Το ‘Just Do It’ εξακολουθεί να είναι τόσο σημαντικό για εμάς »

Ποιος ήταν ο Gary Gilmore
Έγινε ο πρώτος άνθρωπος που εκτελέστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά το τέλος της απαγόρευσης της θανατικής ποινής το 1976.
Ο 35χρονος Gilmore, ένα κακοποιημένο παιδί που πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στη φυλακή. Το βράδυ της 19ης Ιουλίου 1976, λήστεψε και δολοφόνησε έναν υπάλληλο βενζινάδικου στο Όρεμ της Γιούτα. Το επόμενο βράδυ, λήστεψε και δολοφόνησε τον διευθυντή ενός μοτέλ στο Πρόβο. Παρόλο που και οι δύο άνδρες υποτάχθηκαν στις απαιτήσεις του, τους δολοφόνησε, πυροβολώντας τους στο κεφάλι. Και οι δύο αφήσαν πίσω τους χήρες με βρέφη.
Στις 17 Ιανουαρίου 1977, εκτελέστηκε από πέντε φύλακες της φυλακής Ντρέιπερ στη Γιούτα. Προηγουμένως, ο ίδιος είχε προκαλέσει αίσθηση με την ξεκάθαρη θέληση του να τεθεί ενώπιον του σώματος εκτελέσεων, ενώ η πολιτεία ανέβαλε τέσσερις φορές την επιβολή της ποινής του. Εξάλλου, εκείνη την εποχή είχε αποπειραθεί να αυτοκτονήσει δύο φορές με το σεντόνι του κρεβατιού του.
Η υπόθεση του Gary Gilmore είχε πάρει πρωτοφανείς διαστάσεις σε διεθνές επίπεδο. Το βράδυ της εκτέλεσής του, έξω από την φυλακή της Γιούτα είχαν συγκεντρωθεί διαδηλωτές. Ο ίδιος μέσα δεμένος σε μια καρέκλα περίμενε τον θάνατό του, που περισσότερο έμοιαζε με λύτρωση, παρά με τιμωρία. Όταν τα όπλα σηκώθηκαν, εκείνος είπε: «Just do it». Έτσι, απλά.
Η ιστορία του ενέπνευσε βιβλία, ταινίες, τραγούδια, τηλεοπτικές σειρές. Ανάμεσα στις λεπτομέρειες που έγιναν γνωστές για το τελευταίο βράδυ του θανατοποινίτη, ήταν πως αρχικά είχε ζητήσει 6 κουτιά μπίρες, αλλά άλλαξε το αίτημά του την τελευταία στιγμή σε παϊδάκια και σαλάτα. Ερωτηθείς εάν θα ήθελε η εκτέλεσή του να παιχτεί στην τηλεόραση, ο Gilmore είχε πει σε συνέντευξή του πριν τον θάνατό του: «Όχι. Πολύ νοσηρό. Πολύ μακάβριο. Αλλά ταυτόχρονα δεν με νοιάζει πραγματικά. Υποθέτω ότι μου είναι αδιάφορο».
Ωστόσο, πριν φύγει από τη ζωή, θέλησε να κάνει μια καλή πράξη: προχώρησε σε δωρεά οργάνων. Εκτός από τους κερατοειδείς του, ο Gilmore πρόσφερε επίσης τα οστά, τα νεύρα και το δέρμα του για δωρεά, ενώ τα νεφρά του προσφέρθηκαν για έρευνα.









