Search
Close this search box.

Άγγελος Αντωνόπουλος: Ο «αριστοκράτης» της Τέχνης που έζησε και πέθανε αθόρυβα

Τον αποκαλούσαν ο «αριστοκράτης του ελληνικού κινηματογράφου και θεάτρου» και έτσι ήταν. Ένας τίτλος που αντικατόπτριζε την ίδια του την υπόσταση, την εμφάνιση, το ήθος και τη διακριτικότητά του. Μια διακριτικότητα που ο Άγγελος Αντωνόπουλος τήρησε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο σπουδαίος ηθοποιός που έφυγε από τη ζωή στα 94 του χρόνια είχε αφήσει μια τελευταία επιθυμία: να γίνει γνωστός ο θάνατός του μετά την ταφή του. Δεν ήθελε καμία δημοσιότητα. Κι έτσι κι έγινε. Η είδηση της απώλειάς του έγινε γνωστή σήμερα που πραγματοποιήθηκε και η κηδεία του στην Κάρυστο. Βέβαια, όσοι τον γνώρισαν από κοντά, δεν εκπλαγήκαν από την επιθυμία του. Ο Άγγελος Αντωνόπουλος σε όλη του τη ζωή πορεύτηκε με απόλυτη διακριτικότητα.

Ο σπουδαίος ηθοποιός γεννήθηκε στα Ταμπούρια στις 16 Ιανουαρίου 1932. Στον πόλεμο του 1940, και αφού ο πατέρας του είπε πεθάνει από πνευμονία, επέστρεψαν με την μητέρα του στο χωριό στην Αρχαία Ολυμπία. Η Κατοχή και κατόπιν ο Εμφύλιος, όπως σε όλα τα παιδιά, έτσι και εκείνον τον σημάδεψαν ανεξίτηλα. Η πορεία του στο θέατρο ξεκίνησε μέσα από τη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης «Κάρολος Κουν», συμμετέχοντας σε μεγάλους θιάσους.

Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε για πρώτη φορά στις ταινίες «Η Εκδρομή» και «Παρένθεση» του Τάκη Κανελλόπουλου και στη συνέχεια συνεργάστηκε με σημαντικούς σκηνοθέτες όπως ο Βασίλης Γεωργιάδης, ο Ντίνος Δημόπουλος, ο Γιάννης Δαλιανίδης και ο Φίνος Φιλμ. Συνολικά συμμετείχε σε περισσότερες από 30 ταινίες, ενώ η τηλεόραση τον καθιέρωσε στο ευρύ κοινό, μέσα από τον εμβληματικό «Άγνωστος Πόλεμος» το 1971, και στη συνέχεια «Οι Πανθέοι» και «Μαντάμ Σουσού».

@ Finos Film

Η φιλία με την Καρέζη που τον έβαλε στον κινηματογράφο

Η αλήθεια είναι πως ο Άγγελος Αντωνόπουλος, αν και ήταν περισσότερο ένας θεατρικός ηθοποιός, συνδέθηκε στη συνείδηση του κοινού με τον κινηματογράφο, στον οποίο μπήκε λίγο… παράδοξα, αφού είχε μια προσωρινή απόρριψη από τον Φίνο.

Ο Αντωνόπουλος υπήρξε στενός φίλος με την Τζένη Καρέζη, η οποία ήταν από τους πρώτους ανθρώπους που πίστεψαν σε εκείνον και τον πρότεινε για μια ταινία. Η συνάντηση με τον Φιλοποίμενα Φίνο για το έργο, δεν εξελίχθηκε όπως περίμενε, καθώς ο παραγωγός απέρριψε αμέσως την ιδέα να πάρει τον ρόλο. Όπως είχε σχολιάσει με χιούμορ χρόνια αργότερα, ο Άγγελος Αντωνόπουλος, ήταν «πολύ όμορφος» για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα και η Καρέζη δεν θα τον… απατούσε ποτέ. Το ίδιο βράδυ όμως χτύπησε το τηλέφωνο. Ο Φίνος τον κάλεσε ξανά και του πρότεινε να κάνει ένα μικρό πέρασμα στην ταινία.

Αποδέχτηκε τον ρόλο, όπου άνοιγε την πόρτα ενός αυτοκινήτου, άκουγε μια ατάκα, απαντούσε «μάλιστα» και έβαζε μπροστά τη μηχανή. Κι όμως, εκείνο το μικρό πέρασμα αποδείχθηκε καθοριστικό γιατί άνοιξε την πόρτα προς τον Βασίλη Γεωργιάδη και το «Χώμα βάφτηκε κόκκινο».

@ Finos Film

Ο μοναδικός γάμος και το παιδί που δεν απέκτησε

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος υπήρξε διακριτικός και στην προσωπική του ζωή, την οποία κρατούσε πάντα μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Ο μοναδικός του γάμος έγινε στα τέλη της δεκαετίας του ’60 με τη Νινέτα Αντωνοπούλου, κόρη της ιδρύτριας του ομώνυμου ιστορικού οίκου νυφικών Νταίζης Αντωνοπούλου, την οποία γνώρισε στη Νάξο, όταν βρέθηκε εκεί για γυρίσματα ταινίας. Ο γάμος δεν έμελλε να κρατήσει και χώρισαν φιλικά διατηρώντας τις καλύτερες σχέσεις. Κουμπάροι στον γάμο τους υπήρξαν η Τζένη Καρέζη και ο Κώστας Καζάκος.

Σε μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις του, ο ηθοποιός είχε παραδεχθεί με ειλικρίνεια πως δεν γεύτηκε ποτέ την πατρότητα, κάτι που τον συνόδευε ως σκέψη και ερώτημα. Ωστόσο, οι μαθητές του στις σχολές Δραματικής που δίδασκε, ήταν για εκείνον σαν παιδιά του. Πέρα από τα μυστικά της υποκριτικής, τους έδινε και πολύτιμα μαθήματα ζωής και πώς να πορευτούν στον δύσκολο δρόμο που χάραξαν.

Ο Σλήμαν είχε βαφτίσει τη μητέρα του

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος σε μία συνέντευξή του είχε αποκαλύψει και την άγνωστη συγγένεια που είχε με τον αρχαιολόγο Σλήμαν. Ο παππούς του, στην Ολυμπία όπου μεγάλωσε, διατηρούσε ένα μικρό υπόγειο μαγειρείο στην Ολυμπία. Εκεί σύχναζαν σιδηροδρομικοί, ταξιδιώτες και αρχαιολόγοι.

Όταν γεννήθηκε η μητέρα του, ο παππούς του το ανακοίνωσε με χαρά στους συνδαιτυμόνες και ένας από τους Γερμανούς αρχαιολόγους σηκώθηκε από το τραπέζι και είπε πως ήθελε να γίνει νονός της. Αργότερα όταν ήρθε η μέρα της βάπτισης έλειπε στις Μυκήνες, όμως ειδοποιήθηκε και επέστρεψε για να τηρήσει την υπόσχεσή του. Και το όνομα που διάλεξε ήταν Μυκήνα.

«Ο αρχαιολόγος λεγόταν Σλήμαν και βάφτισε τη μάνα μου», είχε αποκαλύψει ο ηθοποιός.

Share: