Μια σπάνια φωτογραφία της Ελένης Προκοπίου από το καλοκαίρι του 1965 έφερε στο φως ο Άρης Λουπάσης μέσα από τον προσωπικό του λογαριασμό στα social media. Η αγαπημένη ηθοποιός και χορεύτρια πόζαρε με μπικίνι, απολαμβάνοντας λίγες στιγμές χαλάρωσης μακριά από τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις, σε μια περίοδο κατά την οποία μεσουρανούσε στο θέατρο και τον κινηματογράφο.
«Το καλοκαίρι του 1965, η αγαπημένη ηθοποιός και χορεύτρια Ελένη Προκοπίου έκλεβε λίγες ώρες από τις επαγγελματικές της υποχρεώσεις και απολάμβανε τη θάλασσα στα δευτερότριτα ρεπό της. Εκείνη την περίοδο εμφανίστηκε με μεγάλη επιτυχία στο θέατρο «Αττικό», στο μιούζικαλ «Το ρετιρέ της Εύας», έχοντας στο πλευρό της τον Γιώργο Πάντζα, τη Μάρθα Καραγιάννη, τον Σταύρο Παράβα και τον Βαγγέλη Σειληνό.
Η σχέση της με τον χορό άρχισε μόλις στα έξι της χρόνια, στη σχολή της Λουκίας Σακελλαρίου, όπου συνάντησε τη μετέπειτα φίλη και συνάδελφό της Μάρθα Καραγιάννη. Για οκτώ χρόνια οι δυο τους, παράλληλα με τις σπουδές τους, συμμετείχαν σε παραστάσεις της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Στα εφηβικά της χρόνια, στα μέσα της δεκαετίας του ’50, πέρασε με επιτυχία από οντισιόν στο θέατρο «Ακροπόλ» και ο χορευτής Μανώλης Καστρινός την επέλεξε ως παρτενέρ του Βαγγέλη Σειληνού. Μαζί αποτέλεσαν για περίπου μία δεκαετία ένα από τα δημοφιλέστερα χορευτικά ζευγάρια της εποχής, γεμίζοντας τις αθηναϊκές σκηνές με ενέργεια και εκρηκτική παρουσία.
Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε σε είκοσι τέσσερις ταινίες, με χαρακτηριστική τη συμμετοχή της στο θρυλικό μιούζικαλ του Γιάννη Δαλιανίδη και της Φίνος Φιλμ «Ραντεβού στον αέρα», όπου το μπρίο, η κίνηση και η εντυπωσιακή παρουσία της αποτύπωσαν τη λάμψη εκείνης της εποχής. Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 επέλεξε να αποχωρήσει από τον καλλιτεχνικό χώρο και να αφοσιωθεί στην οικογένειά της. Τον σύζυγό της, Αντώνη Συρίγο, τον γνώρισε στα πλατό της Φίνος Φιλμ, καθώς η εταιρεία του προμήθευε έπιπλα για τα κινηματογραφικά σκηνικά.
Σήμερα, κοντά στη μοναχοκόρη και τις δύο εγγονές της, διατηρεί όσα τη χαρακτήριζαν πάντοτε: τη σεμνότητα, την ευγένεια, τη διακριτικότητα και εκείνη τη γοητεία που ο χρόνος απλώς ωρίμασε», σημειώνει ο Άρης Λουπάσης.










